Παραμύθι από τη Χριστίνα Τζούμα
Xριστουγεννιάτικη έκπληξη
Γειά σας είμαι ο Τσικ το ξυλοξωτικό. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ ξεκινάει πριν πολλά πολλά
χρόνια σε ένα χωριουδάκι του Βόρειου Πόλου, το οποίο ήταν βαθιά χωμένο στο δάσος Τάιγκα. Το
δάσος Τάιγκα είναι για μένα το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο, γεμάτο πεύκα που μοσχοβολάνε
ρετσίνι, θεόρατα κυπαρίσσια, κέδρους και έλατα από τα οποία βγάζουν τα μελοξωτικά το πιο
καταπληκτικό και χρυσαφένιο μέλι.
Όπως καταλαβαίνετε τα ξυλοξωτικά έχουν όλο τον χρόνο
δουλειά, βέβαια όταν ξεκίνησε η ιστορία μας όμως ήμουν ακόμα μικρός και δεν ήξερα ακόμα αν
αυτός ο τομέας μου πολυ ταιριάζει. Να σας πω κάπου εδώ πως στο χωριό μας δεν υπάρχουν μόνο
ξωτικά, αλλά διάφορες φυλές όπως νάνοι καλοκάγαθοι και πονηροί, νεράιδες μεγάλες και
μικροσκοπικές, τρόλ οι οποίοι είναι μεγάλοι μπελάδες, μάγοι και μάγισσες που γνωρίζουν όλα τα
βοτάνια και τα μαγικά φίλτρα. Να σας πω την αλήθεια κάθε μέρα όλο και κάποιος τσακωμός θα
γίνει στην πλατεία, όπως την προηγούμενη φορά που ο Μπροκ το τρολ έκλεψε 3 καρβέλια
καλαμποκόψωμο και έναν μηλοχυμό από το μαγαζί του Μπερν του νάνο-φούρναρη!
Παρά τις
φαγωμάρες αυτές τα πάμε καλά όμως και όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα η ατμόσφαιρα στο
μαγικό χωριό Μπλίτζεν είναι τουλάχιστον σαγηνευτική, με το χιόνι να πέφτει απαλά πάνω στα
ξύλινα σπιτάκια και την χριστουγεννιάτικη μουσική από τα μεγάφωνα να πλημμυρίζει τα παγωμένα
δρομάκια.
Θυμάμαι ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου, παραμονή Χριστουγέννων . Εγώ και οι νάνοι
κολλητοί μου ο Μπέτνζι και η Μίτσι, όταν σχολάσαμε περάσαμε από τον φούρνο του Μπέρν να
πάρουμε μερικά κουλούρια με γλυκάνισο που αρέσουν στον πατέρα μου να τρώει το βράδυ με το
τσάι του. Εκεί την είδαμε, ήταν η γιαγιά Λίλι η οποία ήταν μισός άνθρωπος, καθώς η μαμα της η
Άρυα η καλύτερη τοξότρια των ξωτικών πριν πολλά χρόνια είχε ερωτευτεί τον Ρόμαν από την χώρα
των ανθρώπων. Στην αρχή το χωριό αντέδρασε πολύ άσχημα, όταν ο Ρόμαν ήρθε στο χωριό όμως ο
έρωτας τους άντεξε σε κάθε κακοτοπιά και δεν επηρεάστηκε από καμία φαρμακερή γλώσσα.
Με τα
χρόνια τελικά όλοι αγάπησαν τον Ρόμαν λόγω του χαρακτήρα του και δεν ξανα έκριναν κανέναν
λόγω της διαφορετικότητας του. Η Άρυα και ο Ρόμαν λοιπόν απέκτησαν την Λίλι και έζησαν
ευτυχισμένοι τα πρώτα χρόνια στο μπορντό σπιτάκι τους στην οδό Τσέστερ όμως μετά από χρόνια
μια ασθένεια εξαπλώθηκε στο χωριό που μεταδόθηκε από τα βατράχια βαμπίρ του λασπόβαλτου και
δυστυχώς απεβίωσαν.
Η Λίλι ήταν μικροσκοπική με άσπρα μακριά μαλλιά και κάτι γαλάζια μεγάλα
μάτια σαν κουμπιά. Φορούσε συνέχεια πολύχρωμα φορέματα με περίεργα σχήματα και άσπρες
χνουδωτές μπότες. Λόγω της ανθρώπινης φύσης της είχε γεράσει πιο γρήγορα από όλους τους
υπόλοιπους, όμως τα φτερά της ήταν τα πιο αστραφτερά του χωριού.
-Δως μου 5-6 καρβέλια βρε Μπερν, να τα πάω στα τρόλ που μένουν κοντά στις βελανιδιές, τα
κακόμοιρα δεν πήγε φέτος η δουλειά τους στο ανθρακωρυχείο πολύ καλά. Ακούσαμε την Λίλι να
λέει που ήταν μπροστά στην σειρά μας.
-Ναι Λίλι ορίστε, καλές γιορτές να έχεις! Πως θα τα περάσεις φέτος τα Χριστούγεννα; ρώτησε ο
Μπέρν όλο χαρά.
Σαν να μελαγχόλησε λίγο το ύφος της Λίλι και είπε:
-Ε σπίτι μου μαζί με τον αλεπουδέλη μου, μια χαρά θα είμαι! Έχε γεια τώρα πάω τα καρβέλια πριν
νυχτώσει! Είπε η Λίλι.(Ο Αλεπουδέλης ήταν μια γατοαλεπού που την έστηνε έξω από το σπίτι της
Λίλις επειδή του άφηνε μεζεδάκια, μέχρι που τελικά τον πήρε να της κάνει παρέα).
-Καλά Χριστούγεννα Λίλι ! Ξεφώνισε ο Μπέρν ενώ έβαζε κουλούρια μέσα στο ξυλόφουρνο.
Aφού πήραμε τα κουλούρια γλυκάνισου του μπαμπά μια σκέψη κυρίεψε το μυαλό μου. Δεν γίνεται
η γιαγιά Λίλι να περάσει μόνη της τα Χριστούγεννα!
-Μπέντζι, Μίτσι ετοιμαστείτε θα πάμε πόρτα-πόρτα να μαζέψουμε τα πλάσματα του χωριού και να
τους πούμε να φέρουν το χριστουγεννιάτικο γεύμα τους και να κάνουμε όλοι μαζί Χριστούγεννα
στο σπίτι της γιαγιάς Λίλι!
Ο Μπέντζι και η Μίτσι βρήκαν την ιδέα μου καταπληκτική και γρήγορα πήγαν σε όλα τα
νανοσπιτάκια και χτυπούσαν τα κουδουνάκια. Εγώ ανέλαβα να πάω στα σπίτια των ξωτικών και
μετά όλοι μαζί πήγαμε στα σπίτια των τρόλ, των νεράιδων και των μαγισσών στην οδό Σάλεμ.
-Ελάτε όλοι να περάσουμε Χριστούγεννα στο σπιτάκι της Λίλι, φέρτε και το γεύμα σας να το
μοιραστούμε! Σας περιμένουμε! Λέγαμε και ενώ φεύγαμε χτυπούσαν τα κουδουνάκια στα
σκουφάκια μας.
Άλλοι ήταν διστακτικοί, άλλοι μας κοιτούσαν περίεργα και άλλοι με χαρά μας βεβαίωναν πως θα
είναι εκεί! Εξάλλου σε όλους ήταν αγαπητή η Λίλι, σε όλους έλεγε γλυκές καλημέρες και έδινε
ακόμα και στις εποχές που η ίδια δυσκολευόταν, χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα. Σπάνια ήταν
κακότροπη, και στους φαρμακόγλωσσους απαντούσε ακόμα πιο ευγενικά, τόσο που εκείνοι
ντρεπόντουσαν και το βάζαν στα πόδια μουρμουρίζοντας.
Αφού είχαμε τελειώσει με όλους τους
κατοίκους πήγαμε ο καθένας σπίτι μας και αποφασίσαμε να βρεθούμε στο σπίτι της γιαγιάς Λίλι το
βράδυ στις 10. Η μαμά μου και ο μπαμπάς μου με χαρά άκουσαν την απόφαση μας και με φίλησαν
στο μάγουλο. Η μαμά άρχισε πυρετωδώς να ετοιμάζει φαγητά και γλυκίσματα και ο μπαμπάς μου
έβαλε όλα τα αγαπημένα του κουλούρια σε ένα πουγκί για να τα μοιραστούμε με τους υπόλοιπους.
Αυτό με έκανε να χαμογελάσω και να θυμηθώ γιατί ο μπαμπάς μου είναι το καλύτερο ξυλοκωτικό
που ξέρω. Η αλήθεια είναι πως ήμουν αγχωμένος για αυτήν μας την χριστουγεννιάτικη έκπληξη
γιατί δεν ήξερα αν θα είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος. Ακόμα και να είμασταν μόνο εμείς όμως θα
ήταν σημαντικό.
Αφού βάλαμε όλοι τα καλά μας χριστουγεννιάτικα πουλοβεράκια ξεκινήσαμε για
το σπίτι της γιαγιάς Λίλι. Μόλις βγήκαμε στον χωματόδρομο προς το μπορντό σπιτάκι της γιαγιάς,
γεμάτος χαρά αντίκρυσα όλα τα πλασματάκια ντυμένα με τα γιορτινά τους, κρατώντας δώρα και
φαγητά, να πηγαίνουν προς στο σπιτι της Λίλι. Κάτι νάνοι μάλιστα κουβαλούσαν όλοι μαζί ένα
τεράστιο ραδιοφωνάκι που έπαιζε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ωωωωω ανυπομονώ να δω την
αντίδραση της Λίλι! Σκέφτηκα από μέσα μου. Τότε από μακριά αντικρύσαμε 3 φιγούρες! Ήταν η
γιαγιά Λίλι με τα τρόλ που είχε αποφασίσει να τα φέρει σπίτι της να κάνουνε μαζί Χριστούγεννα και
να τα κεράσει από την εξαίσια μανιταρόσουπα της!
-Καλά Χριστούγεννα γιαγιά Λίλι!! Είπαμε όλοι με μια φωνή
-Ωωωω μα τι γίνεται εδώ, τι πήγατε και κάνατε δεν το πιστεύω! Ελάτε όλοι γρήγορα μέσα μην
στέκεστε μες τον χιονιά! Είπε η γιαγιά Λίλι με τα γαλάζια της μάτια να έχουν πλημμυρίσει δάκρυα.
Το γιορτινό αυτό τραπέζι που έγινε εκείνη την χρονιά ήταν το πιο γεμάτο τραπέζι που έχω δει ποτέ
στα ξωτικένια μου χρόνια και όταν λέω γεμάτο εννοώ, γεμάτο αγάπη, αστεία και αγκαλιές. Φυσικά
υπήρχαν και γαλοπούλες, αγριόχοιροι με δαμάσκηνα, μπόλικο γλυκό κρασί και πολλά γλυκά με
μέλι που έφεραν τα μελοξωτικά. Η γιαγιά Λίλι μας έλεγε ευχαριστώ με τα μάτια και ποτέ δεν την
ξεχάσαμε, ούτε εκείνη ούτε αυτό που μας έμαθε. Να δίνουμε χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα.
Κι αν αναρωτιέστε τι κάνω εγώ τώρα, τότε να σας πω πως τελικά έγινα φούρναρης στα γεράματα
μου αφού με τα ξύλα ως ξυλοξωτικό δεν τα πήγαινα καλά, και τον φούρνο τον ονόμασα Λίλι. Κάθε
Κυριακή μοιράζουμε δωρεάν καλαμποκόψωμα και μπισκότα γλυκάνισου! Να μας περάσετε! Καλά
Χριστούγεννα!